Pentalofos

Griechischer Pentalofiten Verein der Schweiz
 
ΦόρουμΠόρταλΕικονοθήκηΣυχνές ΕρωτήσειςΑναζήτησηΕγγραφήΚατάλογος ΜελώνΟμάδες ΜελώνΣύνδεση

Μοιραστείτε | 
 

 Μουσικά όργανα στη Θράκη

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Stavros (Admin)
Admin


Αριθμός μηνυμάτων : 44
Location : Zürich
Registration date : 07/11/2007

ΔημοσίευσηΘέμα: Μουσικά όργανα στη Θράκη   Δευ Νοε 12, 2007 6:17 pm

Μουσικά όργανα στη Θράκη είναι σήμερα το βιολί, το κλαρίνο, το ούτι, ο ζουρνάς, επίσης το νταούλι (νταβούλι) και η ποιμενική φλογέρα· παλαιότερα ήταν και το κανονάκι (το μεσαιωνικό ψαλτήριον, έγχορδο όργανο σχήματος τραπεζίου, που παίζεται με δυο πένες). Όργανα όμως με περισσότερο τοπικό χαρακτήρα εν χρήσει και σήμερα είναι η λύρα, η γκάιντα, η μασιά, η ταραμπούκα και ο νταϊρές.

Η θρακική λύρα (λιούρα) είναι αχλαδόμορφη με τρεις χορδές. Είναι δύο ειδών: η καμπάδικη, ελαφριά, μικρή και λεπτόηχη, και η τσαουσάνικη, βαρόηχη. Κατασκευάζεται από μονοκόμματο ξύλο (συνήθως καρυδιά ή μουριά) και αποτελείται από το ηχείο, το χέρι (ή λαιμό) και το κεφάλι, όπου είναι περασμένα από πίσω προς τα εμπρός τα κουρδιστήρια. Το ηχείο καλύπτεται με καπάκι από ξύλο πεύκου. Στο κάτω μέρος του υπάρχουν δύο τρύπες σε σχήμα κύκλου χωρισμένου στη μέση κατά μήκος. Στο ενδιάμεσο αυτό χώρισμα, που είναι σαν γέφυρα, τοποθετείται ο “καβαλάρης”. Ένα μικρό ξύλο (“ψυχή” ή “στύλος”) συνδέει τον καβαλάρη με το εσωτερικό της ράχης του ηχείου.

Το δοξάρι της θρακικής λύρας διατηρεί μια από τις πρώτες φάσεις της ιστορικής εξέλιξης του τόξου των εγχόρδων οργάνων. Οι τρίχες του από αλογοουρά είναι χαλαρά περασμένες και τεντώνονται κατά το παίξιμο με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού. Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του τύπου αυτού λύρας είναι ότι κατά το παίξιμοτα δάχτυλα του αριστερού χεριού δεν πιέζουν από πάνω τη χορδή, αλλά από τα πλάγια με τα νύχια. Άλλο χαρακτηριστικό που παρατηρείται στη θρακιώτικη λύρα είναι ότι μαζί με τη χορδή που παίζεται η μελωδία, το δοξάρι δονεί ταυτόχρονα και τη μεσαία χαμηλότερη χορδή, η οποία ηχεί ως Ισοκράτης, δημιουργώντας έτσι την πιο απλή μορφή πολυφωνίας, που συνήθως συναντάται στη δημοτική μουσική. Ο λυράρης παίζει λύρα καθιστός, στηρίζοντας την στο αριστερό πόδι ή όρθιος χωρίς να τη στηρίζει.

Η γκάιντα (ή: γκάιδα, γάιδα, κάιντα, τουλούμι) είναι είδος ασκαύλου και αποτελείται από ασκί, επιστόμιο και τμήμα παραγωγής του ήχου, το οποίο απαρτίζεται από δύο ξεχωριστούς αυλούς' ο ένας, κοντός με τρύπες, δίνει τη μελωδία και ο άλλος, μακρύς χωρίς οπές, δίνει ένα φθόγγο, που εναρμονίζεται με το φθόγγο που χρησιμοποιείται ως τονική στον αυλό της μελωδίας.

Η γκάιντα κατασκευάζεται συνήθως από τον ίδιο τον γκαϊντατζή (ή γκαϊντιέρη), από δέρμα κατσίκας ή, σπανιότερα, προβάτου. Μετά την κατεργασία του δέρματος προσαρμόζουν στο ασκί το επιστόμιο και τους δυο αυλούς. Το επιστόμιο (φυσουνα, φερέκι, στόμιο κ.ύ.) είναι ξύλινος κωνικός σωλήνας, απ' όπου ο γκαϊντατζής φυσάει και γεμίζει τον ασκό με αέρα. Στο επιστόμιο υπάρχει πέτσινη βαλβίδα, για να εμποδίζει τον αέρα να φύγει, η οποία κολλιέται στο άκρο που δένει στον ασκό. Επιστόμιο και αυλοί κατασκευάζονται από ξύλο (κρανιά, δαμασκηνιά, αμυγδαλιά κ.α.).

Ο αυλός για τη μελωδία έχει συνήθως επτά οπές μπροστά και μια πίσω. Είναι κυλινδρικός, με μήκος γύρω στα 25-30 εκ. και μοιάζει με φλογέρα. Στο σημείο που ενώνεται με τον ασκό προσαρμόζεται το λεγόμενο καλάμι (ή: τσαμπούνα, ζαμπούνα, κουμούσι, γκαϊτοκαλαμο κ.α.), το οποίο είναι το πιο ευαίσθητο τμήμα της γκάιντας και οι οργανοπαίχτες το προσέχουν ιδιαίτερα. Ο αυλός της μελωδίας, η γκαϊτανίτσα, γίνεται και αυτός από ξύλο κρανιάς, δαμασκηνιάς κ.ά.

Το άλλο τμήμα παραγωγής του ήχου είναι ο μακρύς σωλήνας χωρίς τρύπες (μπουρί, τζαμάρα, μπουρού κ.α.), που βγάζει ένα μόνο ήχο, ο οποίος χρησιμοποιείται ως τονική στον κυρίως αυλό της μελωδίας, κρατεί δηλαδή συνεχώς ένα ίσο. Το μέγεθος του μπουριού ποικίλλει, είναι όμως πάντοτε αρκετά μεγαλύτερο από το μέγεθος του κυρίως αυλού της μελωδίας. Το παίξιμο της γκάιντας χαρακτηρίζεται από τα ποικίλματα, με τα οποία ο γκαϊντατζής καλλωπίζει συνέχεια τη μελωδία. Οι περισσότεροι πρώτα παίζουν κάποιον αργό, καθιστικό σκοπό και ακολουθούν οι ζωηροί-χορευτικοί ρυθμοί (ζωναράδικα, συρτοί, αντικριστοί κλπ.). Η γκάιντα παίζεται μόνη της ή παίζεται με άλλα όργανα, λύρα, ταραμπούκα, νταϊρέ κλπ. Παλαιότερα ήταν το μοναδικό και κυρίαρχο όργανο σε γάμους, γιορτές, πανηγύρια και σε κάθε άλλη διασκέδαση.

Η μασιά ή μασά είναι στο σχήμα της μια απλή σιδερένια μασιά της φωτιάς, της οποίας τα δυο σκέλη καταλήγουν σε κλώνους, μ' ένα μικρό ζίλι (κύμβαλο) στην άκρη. Οι κλώνοι είναι ακριβώς απέναντι ο ένας στον άλλο, έτσι ώστε όταν ενώνονται τα δυο σκέλη της μασιάς, το ένα ζίλι να χτυπάει το άλλο. Η μασιά κατασκευάζεται από τους σιδεράδες, οι οποίοι συχνά στολίζουν τον κορμό και τους κλώνους με εγχάρακτα σχέδια.

Η μασιά είναι καθαρά ρυθμικό όργανο, το οποίο σήμερα παίζεται από τα παιδιά μόνο στη Θράκη, στην περιοχή της Ορεστιάδας (Καστανιές, Μαράσια, Νέα Βύσσα κ.α.) και στην περιοχή του Διδυμοτείχου. Με τη μασιά μόνη της ή μαζί με ντέφι τα παιδιά συνοδεύουν τα κάλαντα των Χριστουγέννων, της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων. Παλαιότερα όμως τη χρησιμοποιούσαν και οι μεγάλοι στις διασκεδάσεις τους. Με αυτή συνόδευαν την γκάιντα ή και άλλα μελωδικά όργανα, βιολί, κλαρίνο κλπ.
Ρυθμικό όργανο είναι και η ταραμπούκα (ή: τουμπελέκι, στάμνα). Ο σκελετός της είναι πήλινος σε σχήμα στάμνας χωρίς λαβή, ανοιχτός στο ένα άκρο και σκεπασμένος στο άλλο με τεντωμένο δέρμα, που κολλούν ή δένουν πάνω στο ηχείο. Η ταραμπούκα παίζεται με τα δυο χέρια ή, σπανιότερα, με μικρά ξύλα, κρατημένη συνήθως κάτω από την αριστερή μασχάλη ή κρεμασμένη από τον αριστερό ώμο' ή κάθεται ο παίκτης και παίζει την ταραμπούκα κρατώντας την ανάμεσα στους μηρούς. Η ταραμπούκα παίζεται μαζί μ' ένα τουλάχιστο μελωδικό όργανο, συνήθως με γκάιντα ή με λύρα, φλογέρα κ.ά. όργανα. Παίζεται όμως και μόνη από τα παιδιά που λέγουν τα κάλαντα.

Ρυθμικό επίσης όργανο με ήχο ακαθόριστης τονικής οξύτητας, που παίζεται με τα χέρια, είναι και ο νταϊρές, όργανο γνωστό σε άλλα μέρη με την ονομασία ντέφι. Κατασκευάζεται όπως το νταούλι, σε διάφορα μεγέθη, με επιφάνεια από δέρμα κατσίκας, προβάτου ή λαγού. Σε πολλούς νταϊρέδες περνούν γύρω-γύρω στον κυλινδρικό σκελετό, σε ίσες αποστάσεις, μικρά μπρούτζινα ζίλια (κύμβαλα). Στη Θράκη ειδικότερα, στολίζουν το όργανο αυτό με πολύχρωμες κορδέλες και ζωγραφίζουν στο δέρμα του διάφορα σχέδια. Ο νταϊρές παίζεται και αυτός μαζί με άλλα όργανα (λύρα, γκάιντα, βιολί κλπ.), παίζεται όμως και μόνος του για να συνοδέψει το τραγούδι ή μαζί με το τραγούδι τους χορούς, ιδιαίτερα τους γυναικείους ή ανδρικούς αντικριστούς.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Επισκόπηση του προφίλ των χρηστών http://www.pentalofos.ch
 
Μουσικά όργανα στη Θράκη
Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 1

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Pentalofos :: Η Θράκη-
Μετάβαση σε: